Πόσο θα' θελα
ο άνεμος που ζει με τον αέρα μας
να ονειρευόταν στο πλακόστρωτο
κομμάτια από εφτά αγγέλους
και αρκετές επίλεκτες λέξεις
στο στόμα μου μέσα
Τη σκοτεινή μου γλώσσα να δέσω
ανεστραμμένη
ανάμεσα σε μαχαίρια
που κόβουν κόλαση εντός
και στο φροντισμένο τριγμό
που μ' οργώνει
Πόσο θα΄θελα
να τίναζα όλο τον ψίθυρο
που χυμά και με δαγκώνει
ψηλά τόσο ψηλά να χτυπήσω
χρόνους εφτά
εμένα να χωρίσω
από το βαλς του μαύρου νου.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
1 σχόλιο:
Ν’ αγγίζει
να θυμίζει
να προκαλεί
να απαλύνει
να τυλίγει
Σώμα απόστασης μακρινής...
σε δέρμα αποθέτει ευώδη ένδυμα θυμητάρι ύπαρξης
Δημοσίευση σχολίου