ΠΟΙΑ ΓΥΜΝΙΑ ΑΠΟΤΥΠΩΘΗ ΣΤΗΝ ΙΡΙΔΑ ΚΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙΕΙ ΟΠΗ ΦΛΕΓΟΜΕΝΗ;

ΠΟΙΑ ΓΥΜΝΙΑ ΑΠΟΤΥΠΩΘΗ ΣΤΗΝ ΙΡΙΔΑ ΚΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙΕΙ ΟΠΗ ΦΛΕΓΟΜΕΝΗ;
Λεπτομέρεια από πίνακα του Ιωάννη

αγάπες παντοτινές

αγάπες παντοτινές

Κυριακή, 13 Μαΐου 2007

ε ρ γ ο γ ρ α φ ί α..

Η Αγία πόρνη της καρδιάς του
εκδ: Εμπειρία Εκδοτική 2002
οπισθόφυλλo:
"Τώρα θέλω να το μπάσεις αργά αργά, με το μαλακό στο νόημα. Ένα παιδάκι είναι. Με το μαλακό. Έχει καιρό μπροστά του να δει την ασκήμια. Μάθε το να μιλάει σαν πρέπει, να σέβεται, να ντύνεται, να φέρεται. Κάμε τη λοιπόν να ανθίσει, μπας και μοσχομυρίσει το βρομερό μπορντέλο μας.”
Μία συγκλονιστική ιστορία για μια κοπέλα τόσο διαφορετική από τις άλλες. Ένα μυθιστόρημα για τη δύναμη της αγάπης και της αφοσίωσης που θα σας συγκινήσει.
απόσπασμα:
" Ο κόσμος όλος βασιζόταν στην αρμονία. Ο δικός του στην ομογνωμία .........."Στο δάπεδο του σταθμού μια καρδιά κουκουναρένια έχει κομματιαστεί .Μικρές χρυσές σπίθες σκορπίζονται δεξιά αριστερά. Κυλούν.Πέφτουν στις ράγες. Γίνονται ένα με τα χώματα. Ένα με τα γράσα και τα μαύρα μηχανόλαδα.



Η αυτοκρατορία των δήθεν
εκδ: Εμπειρία Εκδοτική 2003
οπισθόφυλλο:
Ο πατέρας είχε φέρει υλικά από παντού. Αυτό καθόλου δεν εμπόδισε το αποτέλεσμα να είναι ογκώδες και κακόγουστο. Εκείνος, βέβαια, δεν το έβλεπε έτσι. Το ΄λεγε “ τ΄ αρχοντικό μου”. Τότε ήταν που τη θέση του στέγαστρου πήρε μια ράμπα τσιμεντένια που διέσχιζε όλο το κτήμα και που μπορούσε να παρκάρει την καινούργια του Μερσεντές που ΄φερε από τη Γερμανία, όπως και τα αυτοκίνητα όσων φιλοξενούσε. Δηλαδή κανενός. Γιατί ποτέ δε φιλοξένησε άνθρωπο, προφυλάσσοντας έτσι την τιμή του σπιτιού του από επίδοξους ανταγωνιστές και αντεραστές. Ο φράχτης του οικοπέδου έγινε μάντρα με δύο πλίθες, που μετά γίνανε τέσσερις και ύστερα έξι και σοβαντισμένες. Μια νύχτα έγινε κι ένα “ μεγάλο θαύμα” που ο πατέρας τούς όρκισε να μην το πουν σε ψυχή. Επειδή ο καλός Θεός τους, αγαπούσε, μεγάλωσε το κτήμα τους κάπου δέκα μέτρα κι εκεί που μια ψωμωμένη συκιά ήταν έξω από το σπίτι, τώρα είχε φυτρώσει στο μέσα ακριβώς μέρος της μάντρας τους. Ένα πρωί μάλιστα, μετά από μια νύχτα χειμωνιάτικη που ακούγονταν παράξενα χτυπήματα, σαν ανοίξανε τα παράθυρα τους προς το βουνό, είδαν πως η μάντρα είχε ψηλώσει δύο σειρές ακόμα και πως στην άκριά της είχαν φυτρώσει γυαλιά. Πολλά γυαλιά. Λεπτά και χοντρά γυαλιά. Τότε ήταν που η μητέρα Σεμέλη είχε πει σε κάποια φίλη της στο τηλέφωνο: « νομίζει ότι επειδή σηκώνει τοίχους, μπορεί να μας φυλακίσει...»
απόσπασμα:
“ Μην το παίρνεις, φίλε μου, προσωπικά, αλλά κανένας δε βγήκε χαμένος από το ψάξιμο. Το λιγότερο που θα κερδίσεις, θα είναι να γίνεις ένας αληθινός άνθρωπος. Γιατί μόνο όταν ξεφεύγει από τον εαυτούλη του το άτομο και γίνεται ένα με τον παγκόσμιο νου, τότε αποκτάει ουσιαστική οντότητα”.
Ο Θεόφιλος ήταν ένα Μοναστήρι. Που υποσχόταν. Χωρίς να χαρίζεται.
Όμως οι τρύπες στη ζωή του υπήρξαν σαν ψίχουλα που δε φαγώθηκαν απ΄ τα πουλιά. Για να του δείχνουν πως έπρεπε να διεκδικήσει από παντού και με κάθε τρόπο όποιον του υποσχόταν όχι κενό, αλλά πληρότητα. Ζέστα. Το κορίτσι στο στιγμιαίο του πέρασμα…

Οντισιόν
εκδ: Εμπειρία Εκδοτική 2004

οπισθόφυλλο:
Η αγγελία έγραφε:
“ΖΗΤΕΙΤΑΙ κυρία σοβαρή από υπερήλικα απόστρατο του Πολεμικού Ναυτικού με σκοπό το λευκό γάμο.”
Ο ρόλος χιλιοπαιγμένος, ο σκηνοθέτης άγνωστος όπως κι η μοίρα, και η οντισιόν προκαθορισμένη για όλες από τα γεννοφάσκια τους.
Κι όμως, η Λένα, η Μάρα, η Τίνα, η Μάτα και η Ιρίνα, πέντε γυναίκες τόσο διαφορετικές μα κατά βάθος τόσο ίδιες μεταξύ τους, είναι εκεί, στον προθάλαμο, σαν έντομα φυλακισμένα στη ζέστη αναποδογυρισμένου ποτηριού, έτοιμες για την μεγάλη ερμηνεία της ζωής τους.
Η καθεμιά παρίσταται αδιάντροπα και προσπαθεί να πείσει ότι όλες οι άλλες είναι κατώτερες της, ώστε να εξασφαλίσει το ρόλο που θα την βγάλει απ΄ την προσωπική της αφάνεια. Τέτοια ευτέλεια που αλλού θα τη βρεις σε όλο το μεγαλείο της, παρά σε μία οντισιόν για ψυχές;
απόσπασμα:
… Ο ήλιος έχει βγει για τα καλά. Η Λένα νιώθει σαν να ετοιμάζεται να γευτεί έναν καφέ και κάποιος την εμποδίζει. Κι αυτή η εκθαμβωτική μέρα την αρρωσταίνει. Να πρέπει να διασχίσει τώρα την πόλη, να περάσει όλα τα δρομάκια που καίνε κιόλας και αντιγυρίζουν την ανυπόφορη ζέστη. Και φως. Αυτό το φως που την διαλύει. Να φτάσει στο τηλεγραφείο. Πέντε δρόμους ακόμα. Πέρα καφενεία, κόσμος γελαστός, αλαφροντυμένος. Κι αυτή αλαφροπάτητη, αφού αλλού πατάει κι αλλού νομίζει ότι είναι. ΄Η είναι;Είναι στ΄ απόσκια. Στα βαθιά, τα σκοτεινά αινίγματα του Τζώρτζη

Ο Στέφανος του Ελαιώνα - μυθιστόρημα
Εκδόσεις Όμβρος 2000
Η «άλλη» ζωή, ήταν στα σινεμά τα Κυριακάτικα, στις συνοικίες που δεν πλησιάζαμε, στα όνειρα που σιγοψιθυρίζαμε με τους πρώτους φίλους της ίδιας γειτονιάς στα σκαλιά των αυλόγυρων, βράδια καλοκαιρινά. Μόνο
Τους χειμώνες, δεν ονειρευόμαστε. Ήταν πάντα το κρύο, που πάγωνε χέρια, πόδια, ραχοκοκαλιά, σκέψεις. Το πολύ πολύ, γύρω από μια φωτιά που κινδύνευε, τα’ όνειρο ν’ απλωνόταν ως ένα ζεστό παλτό, ή ένα ζευγάρι παπούτσια στο νούμερο μας που οι σόλες του θα γυάλιζαν λείες, δίχως να μας ακολουθεί το ανυπόφορο κροτάλισμα της αποσύνθεσής τους.
Το κροτάλισμα αυτό ήταν που με συνόδευε για χρόνια, σα φάντασμα πεθαμένου υποταχτικού, στα μαγαζιά, όπου θα αγόραζα ζευγάρια παπούτσια με απληστία, σε χρώματα, και φόρμες που ποτέ δεν θα φορούσα. Θα μού ‘φτανε ένα απλό στρωτό ανθεκτικό μαύρο, ζευγάρι διπλόσολα.


Η απόδραση από το φως - μυθιστόρημα
Εκδόσεις Πύρινος Κόσμος 1999
«Ω ναι, ναι. Είναι οι όμορφες ιστορίες που όμως δείχνουν τις πολλές πιθανότητες που υπάρχουν τα παραμύθια να ’ναι εν μέρει αληθινά, πως τα καλάμια είναι μισά στη λάσπη μισά στον ήλιο, έτσι, τα παραμύθια πιστεύω έχουν τις ρίζες στην αλήθεια, τα φυλλώματα στη φαντασία, και τούτο είναι ένα μυστήριο, και ’γω θαυμάζω και σέβομαι τα μυστήρια και σεις είστε ένα μυστήριο και τα λόγια σας μυστηριώδη και ’γω θα ’θελα να σας έχω στην μπλε μου κουνιστή καρέκλα, με το μάλλινο ριχτάρι στα πόδια και να σας ζω κάθε λεπτό σαν γάτα σας σκλάβα ή σαν ευσεβής. Ό,τι θέλατε. Αρκεί να είχα το μυστήριό σας στο σπίτι μου. Δεν μου αρκεί πλέον το πρόσωπο το χάρτινο κάποιον αγίων, ούτε ο βραδινός ο θυμιατός κι η φλόγα του καντηλιού».




Πιο πέρα… Συλλογή ποιημάτων
Εκδόσεις ERGO 1999
Δε κατάλαβα
Πότε οι υποψίες πέσαν πάνω μου.
Ίσως
Όταν ο ένας άρχισε
Τον άλλον να κοιτάει.
Κι εγώ ξεχάστηκα
Δεν κοίταξα κανέναν.
Βλέπεις
Του ήλιου το λαμπάδιασμα
Με είχε απορροφήσει…



Η κουμπάρα η Μαργαρίτα - μυθιστόρημα
Εκδόσεις Μπουκουμάνης 1998

Η Μαργαρίτα είναι ένα κορίτσι που βρίσκεται στο κέντρο οικογενειακών συγκρούσεων. Μεγαλώνοντας θα γίνει το λουλούδι που ο καθένας θα μπορεί να μαδάει τα πέταλά του μετρώντας την αγάπη του. Η Μαργαρίτα θα μεταλλαχθεί σε χωνευτήρι ιδεών και τάσεων, φυτώριο μελλοντικών ανατροπών.
Σαν μια ομάδα ή μια κοινωνία, όπου από την νηπιακή – υλιστική ηλικία, μέσα από ρήξεις, επαναστάσεις, πανωλεθρίες, τραυματισμένη αλλά αποφασισμένη, θα φτάσει σ’ αυτήν της πνευματικής ωριμότητας.





Οι οδύνες της μετάλλαξης Συλλογή ποιημάτων
Εκδόσεις Δίφρος 1991

«Κάποτε…
θα παγιδεύσω μια γραφή
απ’ αυτές που ρέουν
σε άλλες διαστάσεις.
Τότε…. Θα μιλήσω για σένα». ..










4 σχόλια:

δημήτρης βαρβαρήγος είπε...

Καλό το blog, καλή η παρουσίαση των βιβλίων σου Ελένη.

Φιλιππίδης Γιάννης είπε...

Αχ Ελένη, Ελένη μου, σκληροτράχηλη κι ακανθώδης στη γραφή και στο λόγο, Ελένη μου, ευαίσθητη σα καρδιά μικρού παιδιού στ’ αλήθεια.
Πάντα αιρετική κι ορμητική προς όλους, μια μεγάλη ζεστή αγκαλιά για όλους μας….

Ξέρω πώς θα με στολίσεις γι αυτά που σου γράφω, αλλά εγώ, δε θα πάψω να ρωτάω τι γράφεις, πώς περνάς την κάθε μέρα σου, ποτέ δε θα πάψω να σε σκέφτομαι πολύ περισσότερο απ’ όσο γνωρίζεις, να σ’ έχω στέρεη, αλάνθαστη πυξίδα στα λόγια και τις πράξεις μου, ακόμα κι όταν δε συμβαίνει να το γνωρίζεις.

Ελένη, Ελένη, πολυαγαπημένη μου Ελένη….

Mist είπε...

Λιτή μα πανέμορφη τούτη η παρουσία της ψυχής σου, Θα έρχομαι πολλάκις στον οίκο σου, λίγο απο την καρδιά σου, την αλήθεια του λόγου σου το νού μου να στολίσουν. -Ελένη- του έρωτα αιτία αφορμή και ύπαρξης λόγος, γραμμάτων ροή - και μουσική αλάνθαστων νότων.
Καλά να είσαι.

Ήχος Πλάγιος. Μόνος... είπε...

Καλή Αρχή.