ΠΟΙΑ ΓΥΜΝΙΑ ΑΠΟΤΥΠΩΘΗ ΣΤΗΝ ΙΡΙΔΑ ΚΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙΕΙ ΟΠΗ ΦΛΕΓΟΜΕΝΗ;

ΠΟΙΑ ΓΥΜΝΙΑ ΑΠΟΤΥΠΩΘΗ ΣΤΗΝ ΙΡΙΔΑ ΚΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙΕΙ ΟΠΗ ΦΛΕΓΟΜΕΝΗ;
Λεπτομέρεια από πίνακα του Ιωάννη

αγάπες παντοτινές

αγάπες παντοτινές

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2007

ερωτας αδιεξοδος...

Τα μυστικά σου αγαπώ
περάσματα
απ΄όπου να διαβώ
ποτέ δεν θα μπορέσω....

ΤΙ ΩΡΑΙΟΣ ΠΟΥ ΗΣΟΥΝ....

Τι ωραίος που ήσουν αγάπη μου
γυμνός
με μια γύμνια
που δεν με αφορούσε...
Σαν ενοχή απέναντι
στον εξομολόγο της.

Η ΘΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΛΕΠΟΥΔΙΤΣΑΣ, εγράφη κι αφιερώθηκε στο ΑΛΕΦ πέρισυ τέτοιο καιρό... Εφέτο ας το μοιραστούμε με τους λίγους καλούς φίλους

Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν μια πόλη με πολύ κουρασμένους ανθρώπους. Γύρω η πόλη είχε δέντρα και σύδεντρα κι εκεί κρύβονταν τα λίγα ζώα που είχαν γλιτώσει από το κυνήγι. Κρύβονταν εκεί, γιατί οι άνθρωποι, ήσαν πολύ κουρασμένοι για να κυνηγήσουν. Ζούσε και μια οικογένεια αλεπούδων. Ο μπαμπάς-Αλέπος, η μαμά-Αλεπού και το μονάκριβό τους Αλεπουδάκι.
Κάθε ξημέρωμα, η μαμά-Αλεπού έλεγε παραμύθια στο μικρό της να το νανουρίσει. Έλεγε παραμύθια για τη ζωή και τις δυσκολίες των ανθρώπων. Για τα δεινά και τα παθήματα τους. Έτσι, το μικρό, έκλαιγε και στενοχωριότανε κι αν κοιμόταν, κοιμόταν μέσα στο δάκρυ. «Αυτά, είναι ανθρώπινα καμώματα» σκέφτηκε η κυρία Αλεπού και σταμάτησε τα πρωινά να μιλάει. Το αλεπουδάκι έμεινε άυπνο. Μια, δυο, τρεις μέρες. Είδε κι απόειδε η μαμά-Αλεπού, κάθισε κάτω να σκεφτεί. Την βλέπει π μπαμπάς-Αλέπος την καθησυχάζει. «Μην του λες για την ζωή των ανθρώπων αφού στενοχωριέται τόσο πολύ»
«Και γιατί να του μιλήσω;»
«Μίλα του για τα όνειρά τους. Αυτά, σίγουρα είναι πιο ευχάριστα»
«Έχεις δίκιο» είπε και ησύχασε.

Το ίδιο βράδυ, άρχισε να νανουρίζει το μικρό αλεπουδάκι, με τα όνειρα των ανθρώπων, που τα μάθαινε με τρεις τρόπους. Ο πρώτος ήταν να κρυφακούει όποιον μιλούσε μόνος του, στον δρόμο, η στα χωράφια. Ο δεύτερος, σαν ο ένας τα έλεγε σε κάποιον άλλον κι ο τρίτος, να παραφυλάει τις νύχτες, κοντά στα σπίτια, στις αυλές και στις καμινάδες και να πιάνει τα όνειρά τους, πριν μπούνε στον ύπνο τους.
Το μικρό αλεπουδάκι, ήταν τρισευτυχισμένο. Κοιμόταν χαρούμενο κι ο ύπνος του ήταν γεμάτος εικόνες από τα όνειρα των ανθρώπων. Χρυσάφι, παλάτια, ταξίδια, φορέματα, παιδιά, χορούς, έρωτες, σπουδές, καρπούς.
Η μαμά-Αλεπού, ήταν καταχαρούμενη. Υπήρχε μόνο κάτι που την απασχολούσε. Σαν τελειώνανε τα όνειρα των ανθρώπων; Τι θα έκανε;
«Ποτέ δεν τελειώνουν τα όνειρα των ανθρώπων» την καθησύχασε ο μπαμπάς-Αλέπος. «Πάντα ζητούν κι άλλα. Πάντα ονειρεύονται κι άλλα»

Περάσανε μέρες. Βδομάδες. Μήνες. Χρόνια. Κάποτε η μαμά-Αλεπού, τέλειωσε με τα όνειρα όλων των κατοίκων της πόλης και ξανάρχισε απ΄ την αρχή. Όνειρα ίδια, των ίδιων κουρασμένων ανθρώπων. Για χρυσάφι, παλάτια, ταξίδια, φορέματα, παιδιά, χορούς, έρωτες, σπουδές, καρπούς.
«Αυτά μου τα ξανάπες!» γκρίνιαξε το μικρό.
«Αυτά ονειρεύονται ακόμα, αυτά σου λέω» απάντησε η μαμά ενοχλημένη. «Σου μίλησα για τα όνειρα όλων των ανθρώπων, τι άλλο θέλεις;»
«Κάνεις λάθος. Δεν μου μίλησες για τα όνειρα του κοριτσιού» πεισμώνει το μικρό.
«Κορίτσι; Ποιο κορίτσι;» έκανε η μαμά-Αλεπού πως δεν κατάλαβε.
«Το κορίτσι στην άκρη της πόλης. Που ζει στα πολλά λουλούδια και στα πολλά κλειστά παράθυρα»
«Ω…άστο αυτό. Σου είπα όλα τ άλλα. Τι τα θες τα όνειρα αυτού του χτικιάρικου;
Τα όνειρά του, μπορεί να είναι χειρότερα από τη ζωή όλων των ανθρώπων»
«Δε με νοιάζει. Εγώ άκουγα όλα αυτά τα ανούσια….γιατί περίμενα ν ακούσω για κείνο το μοναχικό κορίτσι»
«Εντάξει. Λοιπόν δεν μπορώ να μάθω τα όνειρά του» θύμωσε η μαμά-Αλεπού. «Εξ άλλου μεγάλωσες. Δεν έχεις ανάγκη από παραμύθια. Χτύπησε την ουρά της κάτω κι άφησε μόνο του το μικρό αλεπουδάκι.

Πέρασε μια μέρα, δεύτερη, τρίτη…Το μικρό αλεπουδάκι έμενε άκεφο και άυπνο. Και νηστικό! Ήρθε κι αδυνάτιζε κι όλο αδυνάτιζε. Το έβλεπε η Αλεπού κι έλιωνε. «Τι να κάνω, τι να κάνω;» αναρωτιόταν «Θα το χάσω έτσι κι αλλιώς. Είτε του πω είτε όχι, θα το χάσω» σκέφτηκε κι ακούμπησε στην παλάμη της κι έκλαιγε.
«Θα το χάσεις έτσι κι αλλιώς» βεβαίωσε κι ο πατέρας. «Θα το χάσουμε» κι έσπρωξε την μαμά-Αλεπού στο δωμάτιο που καθόταν σκεφτικό το αλεπουδάκι.
«Άκουσε μικρό μου» του είπε «Το κορίτσι που σε νοιάζει, δεν είναι σαν τους άλλους ανθρώπους»
«Σαν τι είναι;» πήρε φωτιά το μικρό και τράβηξε το σκαμνί στα πόδια της μάνας του.
«Δεν είναι σαν τους άλλους γιατί δεν ονειρεύεται ότι κι οι άλλοι»
«Και πως το ξέρεις εσύ;» τράβηξε το σκαμνάκι ακόμα πιο κοντά με ανοικτά μάτια και αυτιά.
«Εμείς οι αλεπούδες μικρό μου, μπορούμε να ξέρουμε για τα όνειρα των ανθρώπων, τα συνηθισμένα. Όσα ευχαριστούν την επίγεια ζωή. Χρυσάφια, ταξίδια, τροφές, διασκεδάσεις….Ο Θεός που μας έφτιαξε δεν μας έδωσε την ικανότητα να ξέρουμε τα «Άλλα». Τα όνειρα που κάνουν λίγοι άνθρωποι»
«Σαν τι; Πες μου, πες μου, πες μου!»
«Να, σαν την παντοτινή αγάπη, την ειρήνη, την αλληλεγγύη…δεν ξέρω»
«Δεν καταλαβαίνω»
«Ούτε εγώ. Για μένα είναι μόνο λέξεις»
«Εγώ δεν θέλω μόνο λέξεις. Θέλω κάτι πιο πολύ»
«Σαν τι θες;»
«Θέλω να καταλαβαίνω και να νοιώθω ότι και η κοπελίτσα»


Η κυρία Αλεπού έφυγε. Βγήκε στο δάσος κι έπεσε σε μεγάλο κοπετό. Βγήκαν και τ αγρίμια και την συντρέξανε. «Τι συμβαίνει κυρία Αλεπού;»
«Το και το κι αλί. Αλί ….αλί κι αλίμονο»
Πέσανε όλοι σε ολοφυρμό. Ακούει κι ο κύριος-Χαλεπός τον σαματά, τρέχει τι να δει;
Όλο το ζωικό βασίλειο να κολυμπά στην απελπισία.
«Για ηρεμήστε παρακαλώ» προσπάθησε να επιβληθεί «Πέστε μου κι εμένα τι συμβαίνει»
Όλοι στραφήκανε στην κυρία Αλεπού, που πήρε τον λόγο και άρχισε μέσα σε δάκρυα και στεναγμούς να εξηγεί τον λόγο της γενικής απελπισίας. Ο κύριος Χαλεπός σκέφτηκε, σκέφτηκε και τέλος σηκώθηκε και μίλησε.
«Ως φαίνεται, η εποχή μας πέρασε. Άρχισε η ράτσα μας να εξελίσσεται. Ως τώρα, όλα ήσαν φυσικά. Κυνήγι, φαγητό, διαιώνιση του είδους, ένστικτο με λίγα λόγια. Από τώρα κάτι φαίνεται αλλάζει. Και στις αλλαγές, κανείς δεν πρέπει να μπαίνει εμπόδιο»
«Μα πρόκειται για το μονάκριβό μας…Το παιδί μας!» αντιγύρισε η μαμά-Αλεπού.
«Έχω ακούσει εγώ για θυσίες μονάκριβων…..»
«Μα είμαστε μεγάλοι για να….»

«Γι αυτό και θάναι σημαντική η συμμετοχή μας στην εξέλιξη της φυλής μας. Πήγαινε γυναίκα. Και κάνε αυτό που πρέπει» είπε ο γέρο-Αλέπος και χάθηκε στα σύδεντρα με ψηλά το κεφάλι.

Η μαμά-Αλεπού, σκούπισε με την ποδιά τα μάτια της, ευχαρίστησε όλα τα ζώα για την συμπαράσταση κι επέστρεψε σπίτι. Το μικρό αλεπουδάκι περίμενε.
«Λοιπόν;» ρωτά με τεράστια μάτια τη μάνα του.
«Λοιπόν; Τι λοιπόν;» προσπαθεί εκείνη να κρύψει την λύπη της στον θυμό. «Σου χάρισα στα παραμύθια μου, τα μυστικά των ανθρώπων όλων. Τις ζωές τους και τα όνειρά τους. Πέρασα αδιάκριτα στα πιο προσωπικά τους, για να ευχαριστήσω εσένα μικρό κι αχάριστο. Και το αποτέλεσμα ποιο είναι; Να ζητάς ακόμα. Τι ζητάς επιτέλους; Γιατί δεν μένεις όπως είσαι; Εμείς, σ εσένα βασιζόμαστε για να δούμε ευτυχισμένα γεράματα. Κι έρχεσαι τώρα και τι μου λες; Πως δεν σε φτάνει η φυλή, τα έθιμα και η ζωή μας; Πως δεν σου αρκούν οι ικανότητές μας και θες κάτι περισσότερο;»
«Θέλω!» απαντά το μικρό και χτυπά με πείσμα το πόδι του κάτω.
«Και τι θες; Ξέρεις τι θες;» επιμένει η μαμά –Αλεπού.
«Θέλω να μάθω τι σκέφτεται και τι ονειρεύεται το κορίτσι στο σπίτι με τα πολλά κλειστά παράθυρα»
Η μαμά-Αλεπού, κάθισε σε μια πολυθρόνα αδύναμη.
«μόνο ένας τρόπος υπάρχει για να γίνει κάτι τέτοιο»
«Ποίος τρόπος;»
«Να τυλιχτείς στο λαιμό της. Έτσι θα ακουρμάζεσαι τις σκέψεις και θ ακούς τα όνειρά της»
«Και πως μπορώ να το πετύχω αυτό;»
«Μόνο με τη θυσία» απάντησε η μαμά-Αλεπού.
«Θυσία; Τι είναι αυτό;» απόρησε η απεπουδίτσα.
«Είναι κάτι σαν…πώς να στο πω. Κάτι σαν παιχνίδι»
«Αχ ωραία! Και ποιοι είναι οι παίχτες; Πως ακριβώς παίζεται; Ποιος νικάει στο τέλος;»
«Πολλές ερωτήσεις μαζί…οι παίχτες είναι αθώοι και ένοχοι. Πότε νικάει ο ένας και πότε ο άλλος…και μοιάζει με κάτι σαν κρυφτό και κυνηγητό μαζί;»
«Κατάλαβα. Και πως το λένε;»
«Το λένε….Το Κυνήγι της Αλεπούς» είπε η μαμά-Αλεπού, σηκώθηκε και φίλησε το μονάκριβό της σταυρωτά.

Το μικρό αλεπουδάκι, κίνησε τρέχοντας να παίξει το παιχνίδι που θα την οδηγούσε στο σπίτι με τα πολλά κλειστά παράθυρα. Τώρα, θα είχε την ευκαιρία να ζήσει κοντά στην κοπέλα που αγαπούσε τόσο πολύ. Αφού εκείνη δεν έβγαινε ποτέ έξω, θα κλεινόταν αυτή μαζί της.

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2007

Να σαι εσύ;


Να είσαι εσύ η νέα λέξη

απρόσμενα χειροπιαστή

ωσάν ανάπαυλα ταξειδιού

ανάμεσα ουρανό και γη;


Να είσαι εσύ η κολυμπήθρα

όπου θα βαφτίζεται

η καθημερινή μας ήττα με τον θάνατο;

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2007

Να βρέθηκε τώρα το "ΛΙΜΑΝΙ' της δικης του ζωής;

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ο ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΔΙΑΚΟΝΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ
ΕΦΥΓΕ!
ΝΑ ΔΟΥΜΕ
ΤΟ ΣΑΡΑΝΤΑΜΕΡΟ ΤΟΥ ΠΕΝΘΟΥΣ
ΣΕ ΠΟΣΗ ΚΑΡΔΙΑ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΕΙ.....

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2007

Πως δεν σκεφτήκαμε κάτι τόσο απλό;

....πως όλα πεθαίνουν στην νομιμότητά τους!
Ας δώσουμε ονόματα λοιπόν
στις αγρυπνίες μας!
Υπάρχει καλύτερο ξόρκι απ' αυτό;

ΟΤΑΝ ΕΦΥΓΕΣ.....

....εφτά Ήλιους σφράγισες
κι ο Θεός σκοτείνιασε
ήχο σώματος απόχτησε
κι έτριξε την καρέκλα απέναντί μου
"Σε παίζω μία" είπε
"Τι χάνεις"
"Τις νέες πτυχές του δέρματός μου
π' αχνίζουν άγνωστο"
απάντησα
κι εκείνος έφυγε।
Φοβήθηκε μη χρειαστεί
να λύσει τα αινίγματά του.

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2007

Τη πολύβουη σιωπή
ακολουθώ
σε φρέσκο Χάος
λες και πυξίδα μου έχω
μόνο την έγνοια σας....

στα αδέρφια μου

Με τόση αγάπη
πόσους ανθίσαμε κήπους!
Η νέα σας μνήμη
να περιέχει κάποια παλιά μυρωδιά;

ΤΩΡΑ ΤΙ;

Ήρθα φιλάρεσκα στα μάτια σας
και καθρεφτίστηκα
Σελήνη σ επιφάνεια νερού
διπλή, τριπλή και τετραπλή
ίσα παιχνίδι
μη και τρομάξω
και φύγω πίσω
κει που παιδιά
φτερά αγγέλων ξαίνουν....

Κι εμεινα.

Και τώρα τι;

Πού το γεφύρι που μας ένωνε;
κι οι Ήπειροι πατρίδα μιά;
Η αντάμωση κι η ανταμοιβή;
η ισορροπία
Πού;
Τα ίχνη πού;
Κι οχορός του μυαλού
και η σύζευξη;
Η Πανσέληση συμφωνία
των κοινών αϋπνιών μας
Πού;
Και του Φωτός η ειλικρίνεια;

Στον Σωκράτη

Ντύνομαι σήμερα κι εγώ
το νυχτερινό ναυάγιο
Ναύτες πνιγμένους
ενώτια κρεμώ
Και βγαίνω.
Με σας
-γεροδεμένους εραστές της ζωής-
αλάτι στις αρθρώσεις
του μυαλού μου.....